| Κάρυστος - Παραδόσεις για το Castello Rosso |
|
|
|
|
Η Σπηλιά του Δράκου (393) Κοντά ς’ τον Πλατανιστό είναι μια σπηλιά που έμενε ένας Δράκος με την κόρη του και την είχε για γυναίκα του. Αυτό ήταν ς’ στον καιρό που πολεμούσαν με σαϊτταις, και όταν ρήκαν τα τουφέκια, τον εσκότωσαν.
Τα σπίτια του Δράκου (394) Σ’ το βουνό Κλιόσι αποπάνω από το χωριό Στούρα είναι τρία παλαιά χτίρια, που ήταν σπίτια ενός Δράκου, και γι’ αυτό και τώρα τα λεν σπίτια του Δράκου.
Ο δράκος του Άγιου Λια (395) Σ’ του Άγιου Λια το βουνό ς’ στην κορυφή είναι ένα σπίτι μεγάλο από θεώραταις πέτραις, και το λεν του Δράκου το σπίτι. Εκεί κοντά ς’ το βράχο είναι κάτι βαθουλώματα σαν αχνάρια ανθρωπινά, κ’ είναι από το Δράκο, που πατούσε και βούλιαζε ο βράχος. Γι’ αυτό τα βαθουλώματα εκείνα τα λεν το πάτημα του Δράκου. Ο Δράκος που κατοικούσε ς’ το χωριό τα Ρούκλια και πήγαινε κάθε νύκτα καβάλλα ς’ τάλογό του κ’ έμενε ως τα χαράματα. Η γυναίκα δεν τον αγαπούσε, αλλά δεν ήξερε πώς να γλυτώσει απ’ αυτόν. Μια φορά τον ερώτησε αν φοβάται κανένα και εκείνος της είπε «Κανένα δε φοβάμαι, παρά μόνο τη σκύλα του αδερφού σου». Αυτό το εκράτησε ς’ το νου της εκείνη και εσχεδίαζε πώς να βάλει τη σκύλα να τον φάει. Με τα πολλά, να τι εσκέφθη. Ο Δράκος είχε συνήθεια όταν ήρχονταν να βάνει ς’ στόλογό του τόσο κριθάρι, όσο αρκούσε για να τρώγει ως την κονταυγή και όταν ετελείωνε το κριθάρι, καταλάβαινε πως ήρθε η ώρα και καβαλλίκευε κ’ έφευγε. Η γυναίκα το λοιπόν το άλλο βράδυ ανκάτωσε ς’ το κριθάρι άμμο, για να τελειώσει τάλογο την ταγή του ως την ορισμένη ώρα και να προφτάσει να καλέσει από τη μάνγτρα του τον αδερφό της με τη σκύλα. Και έτσι έγινε. Ο Δράκος έβλεπε πως εξακολουθούσε να τρώγει τάλογο κριθάρι και δεν κατάλαβε πώς πέρασε η ώρα. Τον επρόλαβε λοιπόν η ημέρα και κατάφτασε ο αδερφός της γυναικός και τον κυνήγησε με τη σκύλα ως κάτω από την κορυφή του βουνού. Εκεί είχε ένα λαγούμι και έμπαινε μέσα και από το λαγούμι έβγαινε ς’ την κορφή, σ’ το σπίτι του. Λίγο προτού φτάσει ς’ την τρούπα του λαγουμιού (και η τρούπα φαίνεται ως τα τώρα) τον έφτασε η σκύλα. Ο Δράκος εγονάτισε και φαίνονται σήμερα σε μια πέτρα τα πατήμετα της σκύλας και το γονάτισμα του Δράκου. Τότε έκοψε φωνή ο Δράκος και εκάλεσε νάρθη να τον βοηθήσει η αδερφή του από τη Ρούμελη. Μόλις άκουσε τη φωνή η αδερφή του, έτρεξε αμέσως και βγήκε ς’ το περιγιάλι του Φυγιά ς’ τοπ δήμο Μαρμαρίου. Αλλά την εμπόδιζε το παιδί της που κρατούσε ς’ την αγκαλιά, γι’ αυτό ακούμπησε την κούνια του, που ήταν από μάρμαρο, ς’ τον κάμπο του Φυγιά και το μέρος εκείνο το λεν από τότε Μαρμάρι. Όταν έφτασε, βρήκε τον αδερφό της που ξεψύχαγε. Τον έθαψε λοιπόν εκεί κ’ έβαλε απάνω ς’ τον τάφο του δύο μεγάλα λιθάρια, που ως σήμερα είναι εκεί εμπρός ς’ την τρούπα. Το Ελληνικό (161) Κοντά ς’ το χωριό μας, ως ένα τέταρτο της ώρας διάστημα, είναι εν’ αρχαίο χτίριο και γι’ αυτό τον τόπο τον λεν Ελληνικό. Μια φορά ήρθαν την νύχτα ς’ το Ελληνικό Φράγκοι και αφού διάβασαν γράμματα πολλά, άνοιξαν θησαυρό. Άρχισαν να το φορτώνουν και είχαν φορτωμένο το περισσότερο μέρος, όταν τους εννόησε ένας χωριάτης. Για να ωφεληθεί κι’ αυτός από την περίσταση εκείνη, τί εσοφίστη; Πιάνει τη μύτη του και φωνάζει μουθουνά «και μένα το μερδικό μου!». Οι Φράγκοι εφοβήθηκαν μην είναι κανένα στοιχειό και αφήκαν ένα μέρος. Έτρεξε ο χωριάτης, πήρε όσα φλωριά έμειναν, κράτησε μερικά και τάλλα τά βαλε ς’ ένα σακκί και τά κρυψε ς’ ένα μεγάλο βάτο κ’ έφυγε για την Ανατολή. Γιατί ήταν φτωχός και δεν μπορούσε να φανερωθεί έξαφνα πως έχει χρήματα και τα μπλέξει με τους Τούρκους, ενώ όταν θα γύριζε από την Ανατολή θα τά παιρνε και ο κόσμος θα εθαρρούσε πως τα καζάντισε ς’ την ξενιτειά. Εις την Ανατολή όμως αρρώστηε και πέθανε. Προτού πεθάνει είπε το μυστικό ς’ ένα σύντροφό του κι αυτός ήρθε εδώ και τα βρήκε. Ο βουρδούλακας ς’ την εκκλησιά (962) – Πλατανιστός. Ένας βουρδούλακας επήγε σε ξένο μέρος και εκεί παντρεύτη, έκαμεμ παιδιά κ’ εζούσε σαν τους άλλους ανθρώπους. Επήγαινε και ς’ την εκκλησιά ταχτικά, όταν όμως ερχόταν η ώρα του Πιστεύω, έβγαινε έξω. Μια φορά, δυο, ταχτικά. Οι άνθρωποι έλαβαν περιέργεια, ρωτούν τη γυναίκα του τι κάνει, πώς περνάει, τι τρώγει, μαθαίνουν πώς πάντα μαύρο συκώτι εψώνιζε. Αποφάσισαν να μην τον αφήσουν να βγει από την εκκλησιά προτού να τελειώσει. Αφού τον εκράτησαν, όταν ήρθε η ώρα του Πιστεύω, και το είπαν, άναψε φωτιά και εκάει και αυτός, εκάηκαν και τα παιδιά του. Τότε εκατάλαβαν πως ήταν βουρδούλακας. |


Ν. Πολίτης


